ἐρωτοτρόφος

ἐρωτο-τρόφος, ον,
A the nurse or mother of love, i.e. Aphrodite, Orph.A.478, cf. 868.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ερωτοτρόφος — ἐρωτοτρόφος, ον (Α) η τροφός ή η μητέρα τού έρωτα, δηλ. η Αφροδίτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < έρως, ωτος + τροφός < τρέφω] …   Dictionary of Greek

  • ἐρωτοτρόφος — the nurse masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τροφός — β συνθετικό παροξύτονων και προπαροξύτονων ονομάτων όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, το οποίο ανάγεται στην ετεροιωμένη βαθμίδα τροφ τής ρίζας τού ρ. τρέφω*. Τα παροξύτονα σύνθ. σε τρόφος είναι αντικειμενικά με α συνθετικό ουσιαστικό και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.